Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ..ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ..




Η Ιερα Μονη Γενεθλιου  της Θεοτοκου (Πελαγια), εξεδωσε, πόνημα του Μητροπολιτου Ναυπακτου 
¨Οι Θεομητορικες Εορτες¨.

Πιο κατω, μπορειτε να διαβασετε μιαν εκτενη περιληψη του βιβλιου, όπως την αναγραφει ο Ιδιος ο Μητροπολιτης, και περιλαμβανεται στην Ιστοσελιδα της Ιερας Μονης.. 

Ο Θεομητορικές ορτές δέν ξυμνον μόνο τό μεγαλεο καί τήν δόξα
τς Παναγίας, λλά συγχρόνως
μς ποδεικνύουν, κατ᾿ ναλογία, καί τόν τρόπο τς πορείας μας πό τό κατ᾿ εκόνα στό καθ᾿ μοίωση. 
Παναγία πέδειξε σέ λους τούς νθρώπους τι 
συχία καί νοερά προσευχή..εναι μόνος δρόμος πού δηγε στήν θεογνωσία καί τήν σωτηρία καί μέ τόν τρόπο ατό γίνεται πρότυπο ζως γιά λους μας. 
Μελετώντας κανείς τήν Καινή Διαθήκη διαπιστώνει τι λίγα χωρία μπορε νά βρ πού ναφέρονται στήν Μητέρα το Χριστομως, τά γεγονότα γιά τήν Θεο­μητορική ορτή  τς Γεννήσεως τς Θεοτόκου, πως καί γιά τήν ορτή τν Εσοδίων τς Θεοτόκου
 στόν Ναό, περιγράφονται στό «Πρωτευαγγέλιο το ακώβου»,ργο γνώστου συγγραφέως το δευτέρου μίσεος το 2ου μ.Χ. αἰῶνος, πού εναι πόκρυφο καί δέν χει συμπεριληφθ στόν κανόνα τς Καινς Διαθήκης.
πίσης, γεγονότα τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου περιγράφονται σέ λλο πόκρυφο κείμενοστήν πιστολή το Εαγγελιστο ωάννου 
«Ες τήν Κοίμηση τς γίας Θεοτόκου»,το 5ου καί ρχάς το 6ου αἰῶνος.
πάρχουν πολλά πόκρυφα κείμεναπού εναι ξωβιβλικά kai τν ποίων  γνωστος συγγραφεύς κρύπτεται κάτω πό τό νομα  νός γνωστο προσώπου στήν ρχαία κκλησία, νός ποστόλου, προσπαθώντας τσι  νά ξασφαλίση κύρος καί γι’ ατό μιμεται τά κανονικά κείμενα. 
κκλησία, παρά τατα, μέ τήν μνογραφία,  τήν εκονογραφία καί τίς ορταστικές μιλίες τν Πατέ­ρων, προσέλαβε πιλεκτικά μερικά στοιχεα τς ζως τς Παναγίας πό τά πόκρυφα κείμενα, χι τίς μυθο­πλασίες– τά ποα καλύπτουν τό κενό πού παρατηρεται στήν Καινή Διαθήκη γιά τό θέμα ατό.
θεολογία γιά τήν Μητέρα το Χριστο αξανόταν στήν διαδρομή τν αώνων, καί ατό εχε σχέση μέ  τήν ντιμετώπιση πό τήν κκλησία 
τν αρετικν πόψεων γιά τίς δύο φύσεις το Χριστο, θεία καί νθρωπίνη, κυρίως τήν ντιμετώπιση τν αρετικν πόψεων το Νεστορίου πού χαρακτήριζε τήν Παναγία 
ς Χριστοτόκο. 
δη πό τόν 2ο αώνα ο ποστολικοί Πατέρες κά­νουν τίς πρτες ναφορές γιά τήν Παναγία καί πα­ρουσιάζουν τά πρτα δείγματα τς θεολογίας γιά τήν Μητέρα το Χριστο
Στόν γιο γνάτιο ντιοχείας συναντμε να χαρακτηριστικό χωρίο: 
«καί λαθεν τόν ρχοντα το αἰῶνος τούτου παρθενία Μαρίας καί τοκετός ατς, μοίως καί θάνατος το Κυρίου· τρία μυστήρια κραυγς, τινα ν συχί Θεο πράχθη». πό τά τρία μυστήρια πού γιναν μέσα στήν συχία το Θεο καί διέλαθαν τς προσοχς το διαβόλου, τά δύο ναφέρονται στήν Παναγία, καί ατά εναι  παρθενία της καί τοκετός της. Ατό δείχνει καί τήν μεγάλη ξία τς συχίας ς μεθόδου γωγς καί τς πορείας πρός τήν θέωση.
γιος Ερηναος, πίσκοπος Λυνος,
συγκρίνει τήν Εα μέ τήν Παρθένο Μαρία καί διακρίνει τήν δι­αφορά μεταξύ τους, φο πό τήν νυπακοή τς Εας προλθε θάνατος στό νθρώπινο γένος, ν πό τήν πακοή τς Παρθένου Μαρίας προλθε σωτηρία. πίσης, διος ναπτύσσει τόν παραλληλισμό μεταξύ τς Μαρίας καί τς κκλησίας,τι Μαρία εναι παρθένος γ πό τήν ποία  Λόγος το Θεο προσέλα­βε τό σμα το νέου δάμ.Τόν 3ο αώνα γίνεται συνδυασμός τς Παρθέ­νου καί τς κκλησίας.
Γιά παράδειγμα Κλήμης λεξανδρεύς γράφει: «Μία δέ μόνη γίνεται μήτηρ παρθένος· κκλησίαν μοί φίλον ατήν καλεν». Καί λλο γράφει: «Μαρίαν τήν ειπάρθενον, τήν γίαν κκλησίαν».  Παρθένος Μαρία πενθυμίζει τήν κκλησία, γιατί, πως δέν νοεται Χριστός χωρίς τήν μητέρα Του, τσι δέν νοεται Χριστός χωρίς τήν κκλησία.


Ο Πατέρες το 4ου αἰῶνος,
τοι Μέγας θανάσιος, Μέγας Βασίλειος,  γιος Γρηγόριος Θεολόγος, γιος ωάννης  Χρυσόστομος, καί λίγο ργότερα  γιος Κύριλλος λεξανδρείας, πως τό συναντμε στά ργα τους, ναφέρονται, στω καί σποραδικς, στό πρό­σωπο τς Θεοτόκου, τονίζοντας τήν παρθενία της, τήν εκόνα τς ν ορανος ζως της, τήν «μητέρα τν ζώντων», τόν «τύπο τς κκλησίας», λλά πογραμμίζουν, κυρίως, τόν κεντρικό ρόλο της στό μυστήριο τς θείας Οκονομίας.
Γιά παράδειγμα, Μέγας θανάσιος, πολεμώντας τούς ρειανούς καί ποστηρίζοντας τήν θεότητα το Χριστο, κάνει λόγο καί γιά τήν Θεοτόκο Παρθένο. 
Σέ να σημεο τν λόγων του κατά τν ρειανν γράφει τι σκοπός καί χαρακτήρας τς γίας Γραφς εναι τι πάρχει διπλή ξαγγελία το Σωτρος τι πρτον «εί Θεός ν καί Υός στί, Λόγος ν καί παύγασμα καί σοφία το Πατρός» καί δεύτερον τι πειτα γιά μς γινε νθρωπος «σάρκα λαβών κ Παρθένου Μαρίας». 
Ατόν τόν διπλό σκοπό τν Γραφν μπορε νά βρ κα­νείς «διά πάσης τς θεοπνεύστου Γραφς σημαινόμε­νον» καί καταγράφει πολλά γιογραφικά χωρία. γιος Γρηγόριος Θεολόγος σέ μιά πιστολή του ναντίον το πολλιναρίου ναφέρεται
στήν θεό­τητα το Χριστο καί πωσδήποτε καί στήν ξία τς Θεοτόκου, πού εναι συνέπεια τς νανθρωπήσεως το Υο καί Λόγου το Θεο. Μάλιστα, πιστολή ατή χει τόση μεγάλη ξία, στε ναφέρθηκε καί στήν Γ΄ Οκουμενική Σύνοδο τς φέσου τό 431 μ.Χ.,  ποία συγκλήθηκε κατά το Νεστορίου καί νέδειξε σέ δόγμα τόν ρο Θεοτόκος. γιος Γρηγόριος, λοιπόν, Θεολόγος, πρίν κατοχυρωθ δογματικά ρος Θεοτόκος, γράφει τι, ποιος δέν θεωρε τήν γία Μαρία Θεοτό­κο, δέν πιστεύει στήν θεότητα το Χριστο καί εναι θεος. ταν ο Πατέρες χαρακτηρίζουν κάποιον θεο, τό ννοον μέ τήν ννοια τι πιστεύει σέ ναν Θεό πού δέν φίσταται, σέ ναν νύπαρκτο Θεό. Γράφει γιος Γρηγόριος Θεολόγος: 
«Ε τις ο Θεοτόκον τήν γίαν Μαρίαν πολαμβάνει, χωρίς στί τς θεότητος». 
Καί συνεχίζει νά γράφη τι ποιος λέγει τι Χριστός πέ­ρασε πό τήν Παρθένο «ς διά σωλνος» καί δέν δια­πλάσθηκε μέσα σέ ατήν συγχρόνως θεϊκς, δηλαδή, «χωρίς νδρός» καί νθρωπίνως, γιατί Χριστός με­γάλωσε «νόμ κυήσεως», 
ατός εναι «μοίως θεος».
γιος Κύριλλος λεξανδρείας, ποος περμάχησε στήν Γ΄ Οκουμενική Σύνοδο γιά τό τι γία Μαρία γέννησε τόν Θεό Λόγο καί γι’ ατό πρέ­πει νά ποκαλται Θεοτόκος, σέ λόγο του «Κατά τν μή βουλομένων μολογεν Θεοτόκον τήν γίαν Παρ­θένον», γράφει τι ατός Λόγος γενόμενος «ν τ μακαρί Παρθέν», λαβε στόν αυτό Του τόν διο ναό «κ τς οσίας τς Παρθένου» «καί προλθεν ξ ατς» θεωρούμενος μέν ξωθεν νθρωπος, «νδοθεν δέ Θεός πάρχων ληθινός» καί μετά τήν γέννησή Του «παρ­θένον τήν τεκοσαν τετήρηκεν». 
πότε, «εκότως καί Θεοτόκος καί παρθενομήτωρ μακαρία δικαίως ν λέ­γοιτο», γιατί ησος πού γεννήθηκε ξ ατς δέν ταν «νθρωπος ψιλός», δηλαδή πλός νθρωπος, λλά ταν Θεός. Μάλιστα, σέ πιστολή του πού πέστειλε στόν Νεστόριο ναθεματίζει ατούς πού δέν μολογον τήν γία Παρθένο ς Θεοτόκο:
 «Ε τις οχ μολογε, Θεόν εναι κατά λήθειαν τόν μμανουήλ καί διά τοτο Θε­οτόκον τήν γίαν Παρθένον–γεγέννηκε γάρ σαρκικς σάρκα γεγονότα τόν κ Θεο Λόγον– νάθεμα στω».Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά τι ο Πατέρες το 4ου αἰῶνος στόν γώνα πού καναν γιά νά κατοχυρώσουν καί νά μολογήσουν τήν πίστη τους στήν θεότητα το Χριστο σχολήθηκαν καί μέ τήν γία Παρθένο, τήν ποία χαρακτηρίζουν Θεοτόκο. 
Ατή διδασκαλία πετέλεσε τήν βάση τν Οκουμενικν Συνόδων πού συγκλήθηκαν γιά τόν σκοπό ατό.
τσι, Γ΄ Οκουμενική Σύνοδος πού συγκλήθηκε τό 431 μ.Χ. στήν φεσο ντιμετώπισε τόν Νεστόριο, ποος πέκρουε τόν ρο Θεοτόκος, λέγοντας τι ρος ατός δέν πάρχει στήν γία Γραφή, καθώς πίσης πέκρουε καί τήν φράση μήτηρ Θεο καί δεχόταν τόν ρο Χριστοτόκος καί νθρωποτόκος, πεφάνθη, πως καταγράφεται στήν κθεση πίστεως τν «καταλλαγν»:
«Κατά ταύτην τήν τς συγχύτου νώσεως ννοιαν μολογομεν τήν γίαν Παρθένον Θεοτόκον, διά τό τόν Θεόν Λόγον σαρκωθναι καί νανθρωπσαι καί ξ ατς τς συλλήψεως νσαι τόν ξ ατς ληφθέντα ναόν».Τόν ρο Θεοτόκο γιά τήν Μητέρα το Χριστο τόν συναντμε καί στίς πόμενες Οκουμενικές Συνόδους, τοι τήν Δ΄,  Ε΄ καί τήν ΣΤ΄.

Πάντως, μέ φορμή τήν Γ΄ Οκουμενική Σύνοδο κκλησία νέπτυξε σέ βάθος λη τήν θεολογία τς Θε­οτόκου ειπαρθένου Μαρίας καί συνέδεσε στενά τήν Χριστολογία μέ τήν Θεοτοκολογία. 
ρος Θεοτόκος πού χρησιμοποιήθηκε γιά τήν Παναγία νυψώθηκε σέ δόγμα.
πό τότε θεσπίσθηκαν ο Θεομητορικές ορτές, κα­θιερώθηκαν λαμπροί Ναοί, λλά καί ναπτύχθηκε πό τούς Πατέρες λη θεολογία γιά τήν Παναγία, χωρίς, μως, νά φθάνουν στήν «Μαριολατρεία», πως παρατη­ρήθηκε στήν Δύση. Στούς Πατέρες ατούς συγκατελέγονται γιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως, γιος Σωφρόνιος εροσολύμων, γιος Μόδεστος εροσολύμων,νδρέας Κρήτης, γιος ωάννης Δαμα­σκηνός, γιος Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, γιος Συμεών Νέος Θεολόγος κ..
Μετά τόν 5ο αώνα κατ’ ξοχήν«Θεομητορικός αώνας» εναι 14ος αώνας,πως φαίνεται στά κεί­μενα το γίου Γρηγορίου το Παλαμ, το ερο Νι­κολάου Καβάσιλα, καί το γίου Θεοφάνους Νικαίας.
Σέ λλες νότητες θά δομε τήν θεολογία τους, πως διατυπώνεται σέ χαρακτηριστικές κφράσεις τους.Πρέπει νά σημειωθ τι καθορισμός τν ορτν τς περαγίας Θεοτόκου ρχισε κατ’ ρχάς στά εροσόλυμα, που κοιμήθηκε Παναγία καί πρχε  κενός τάφος της, καί πό κε ο ορτές εσήχθηκαν στήν Κωνσταντινούπολη πό τόν γιο νδρέα, ρχιεπίσκοπο Κρήτης, τόν εροσολυμίτη. 
Ο Πατέρες ατς τς ποχς γραφαν γκώμια πρός τιμήν τς Θεοτόκου, παρουσιάζοντας τά γεγονότα καί χρησιμοποιώντας πολ­λά κοσμητικά πίθετα καί ραες εκόνες, δίως ατό γινε πό τόν γιο Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως.Στήν συνέχεια γιος ωάννης Δαμασκηνός τόν 8  αώνα, ς δογματικός θεολόγος, συνόψισε λη τήν θεολογική διδασκαλία γιά τήν περαγία Θεοτόκο μέ ντονα λογο­τεχνικό τρόπο.μως, τόν 14ο αώνα γιος Γρηγόριος Παλαμς εσήγαγε στήν θεολογία τς Θεοτόκου τήν συχαστική παράδοση, παρουσιάζοντας τήν περαγία Θεοτόκο ς πρότυπο συχαστο καί μπειρικο θεολό­γου.
Τό τι ο Θεομητορικές ορτές καθιερώθηκαν μέ τήν πάροδο το χρόνου δέν σημαίνει τι πρώτη κκλησία δέν γαποσε τήν Θεοτόκο. 
Μέγας Βασίλειος, μιλώντας γιά τό γιον Πνεμα, γράφει τι παραδεχό­μαστε λα τά δόγματα καί τά κηρύγματα πού φυλάσσονται στήν κκλησία, καί πό τά ποα λλα χουμε «πό τς γγράφου διδασκαλίας» καί λλα «πό τς τν ποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα μν ν μυστηρί». 
Καί, άν πιχειρήσουμε νά γκαταλείψουμε «τά γραφα τν θν», σάν νά μήν χουν ξία, τότε θά φθάσουμε «ες ατά τά καίρια ζημιοντες 
τό Εαγγέλιον».
τσι καί τιμή τν πρώτων Χριστιανν πρός τήν Μητέρα το Χριστο νήκει στά «γραφα τν θν», καί στά «γραφα τς κκλησίας μυστήρια».
Γι’ ατό κκλησία, τιμώντας τήν Παναγία, τήν θεσε στό κέντρο τς ζως της καί τς θείας Λειτουργίας, φο τήν μνημονεύει μέσως μετά τήν μεταβολή το ρτου καί το ονου σέ Σμα καί Αμα Χριστο, καί τήν μνε ς μητέρα το Φωτός καί μητέρα τς Ζως. 
τρόπος μέ τόν ποο τιμ κανείς τήν Μητέρα το Χριστο δείχνει τήν θεολογία πού τόν διακρίνει καί τόν χαρακτηρίζει, ν ρθοδοξ ν ποκλίνη πό τήν ρθόδοξη παράδοση. 
Ατό, κτός πό τούς ρχαίους αρετικούς, φαίνεται στήν διαφορά μεταξύ τς δυτικς καί τς ρθόδοξης θεολογίας. 
Στήν Δύση λόγ τς σχολαστικς θεολογίας,  ποία στηριζόταν στόν φιλοσοφικό στοχασμό, καί λόγ τς ντιμετωπίσεως τν Μεταρρυθμιστν-Προτεσταντν ναπτύχθηκε μιά διαίτερη «Μαριολατρεία», ποία ξέκλινε πό τήν θεολογία τν Πατέρων τς κκλησίας.τσι, τό δόγμα στήν δυτική παπική θεολογία περί τς σπίλου συλλήψεως τς Μαρίας (immaculate conception) συνδέεται μέ τήν θεολογία της περί προπατορικο μαρτήματος καί ποιά εναι οσία του· τό δόγμα περί τς συλλυτρωτικς διότητος τς Θεοτόκου (corredemptrix) συνδέεται μέ τήν θεωρία τς σχολαστικς θεολογίας περί τς πολυτρωτικς θυσίας το Χριστο πάνω στόν Σταυρό· στήν συνέχεια καί τά δύο ατά δόγματα συνδέονται στενά μέ τό δόγμα περί Μεταστάσεως τς Θεοτόκου (Assumptio).

Ο Πατέρες, μως, τς κκλησίας, πως φαίνεται καθαρά στίς μιλίες τους, ναφέρονται γιά λα τά θεο­μητορικά γεγονότα, πό τήν σύλληψη τς γίας ννης μέχρι τήν κοίμηση τς Θεοτόκου καί τήν μετάστασή της στούς ορανούς, τοι τήν ζωοποίηση-νάσταση το σώ­ματός της καί τήν νάληψή της στούς ορανούς, μέσα στά ρθόδοξα πλαίσια, καθώς πίσης γιά τό προπατορικό μάρτημα καί τήν θέωση το νθρώπου, παλλαγμένο πό αρετικές κακοδοξίες. 
Ατό θά φαν στίς πόμενες ναλύσεις.Βεβαίως, σπανίζουν ο θεολογικές μελέτες γιά τήν Θεοτόκο Μαρία, κτός πό μιλίες καί σχολιασμούς μιλιν, πιθανόν γιατί πάρχει φόβος κτροπς πό τήν ρθόδοξη διδασκαλία. 
πάρχουν μερικοί θεολό­γοι, ο ποοι ναφερόμενοι στίς Θεομητορικές ορτές, κάνουν λόγο γιά δόγματα, γιά θεολογούμενα καί γιά εσεβες παραδόσεις. 
λλά, πως εφυς χει λεχθ, διάκριση μεταξύ ατν εναι δύσκολη, νίοτε δέ καί δύνατη, γιατί δέν μπορε κανείς νά μιλήση γιά τήν Θεοτόκο, ν δέν δογματίση, ν δέν τήν συνδέση μέ τό δόγμα περί Χριστο.
πανειλημμένως θά τονισθ στίς πόμενες ναλύσεις τι Θεοτοκολογία συνδέεται στε­νά μέ τήν Χριστολογία, πού σημαίνει τι ρθόδοξη διδασκαλία περί το Χριστο συνδέεται ναπόσπαστα μέ τήν διδασκαλία περί τς Θεοτόκου. γιος ωάννης Δαμασκηνός γράφει τι ρος Θεοτόκος «παν τό μυστήριον τς οκονομίας συνίστησιν».
Μελέτησα λες τίς Θεομητορικές ορτές καί προ­σπάθησα νά τίς ρμηνεύσω μέσα πό τό Συναξάριο τς κκλησίας, τούς λόγους τν Πατέρων, τήν ερή μνογραφία, τήν εκονογραφία καί γενικά τήν παράδο­ση τς κκλησίας.
Σέ μερικά σημεα μέ βοήθησαν διά­φορα ργα, πως το Παναγιώτη Νέλλα, τς μαλίας Σπουρλάκου-Ετυχιάδη, το ωάννη Καραβιδόπουλου γιά τά πόκρυφα εαγγέλια, το Γεωργίου Φίλια γιά τίς Θεομητορικές ορτές, καί πιλεκτικά ρμηνευτικά σχό­λια διαφόρων θεολόγων. 
βάση, μως, τν ναλύσεων ατν στηρίχθη­κε στίς προσωπικές μου μελέτες καί στήν γάπη μου πρός τήν Θεοτόκο Μαρία. 
πικαλούμουν συνεχς τίς πρεσβεες της καί ασθανόμουν ποικιλοτρόπως τήν ελογία της. Ατό τό τελευταο τό γράφω μόνον ς πόδοση εγνωμοσύνης στό πανάγιο πρόσωπό της. 
Γι­ατί, καίτοι σχολήθηκα μαζί της στό μέσον ποικίλων πειρασμν καί κανονικά δέν θά πρεπε νά χω ρεξη νά γράφω, ν τούτοις κείνη μο δινε δυνατή μπνευση γιά τήν λοκλήρωση ατο το βιβλίου. Εμαι βαθύτατα εγνώμων στήν θεομητορική της στοργή.

Ναυπάκτου καί γίου Βλασίου ερόθεος
 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου