Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2022

Συνοδικόν τής Ορθοδοξίας







Προοίμιον 

§1 Εποφειλομένη προς Θεόν ετήσιος ευχαριστία καθ’ ην ημέραν απελάβομεν την τού Θεού εκκλησίαν συν αποδείξει τών τής ευσεβείας δογμάτων και καταστροφή τών τής κακίας δυσσεβημάτων.

 


(Κυρίως Συνοδικόν)

§2 Προφητικαίς επόμενοι ρήσεσιν αποστολικαίς

 τε παραινέσεσιν είκοντες και ευαγγελικαίς ιστορίαις στοιχούμενοι, τών εγκαινίων την ημέραν εορτάζομεν. Ησαΐας μεν γαρ φησιν εγκαινίζεσθαι νήσους προς τον Θεόν, τας εξ εθνών υπαινιττόμενος εκκλησίας· είεν δ’ αν εκκλησίαι, ουχ αι τών ναών απλώς οικοδομαί και φαιδρότητες, αλλά τών εν αυταίς ευσεβούντων το πλήρωμα, και οις εκείνοι το θείον ύμνοις και δοξολογίαις θεραπεύουσιν. ο δε απόστολος, αυτό τούτο παραινών, «εν καινότητι ζωής περιπατήσαι» διακελεύεται και «ει τις εν Χριστώ καινή κτίσις» ανακαινίζεσθαι. τα δε γε κυριακά λόγια την προφητικήν δεικνύντα κατάστασιν, «εγένετο, φησίν, τα εγκαίνια εν Ιεροσολύμοις και χειμών ην», είτε νοητός καθ’ ον το τών Ιουδαίων έθνος κατά τού κοινού σωτήρος τας τής μιαιφονίας εκίνει καταιγίδας και τον τάραχον, είτε και ο τας σωματικάς αισθήσεις τη τού αέρος επί το κρυμώδες παραλυπών μεταβολή. γέγονε γαρ δη, γέγονε και καθ’ ημάς χειμών ουχ ο τυχών, αλλ’ ο τω όντι τής μεγάλης κακίας εκχέων την ωμότητα, αλλ’ ήνθησεν ημίν τών χαρίτων τού Θεού το πρωτοκαίριον έαρ, εν ω και την ευχαριστήριον τών επ’ αγαθοίς θερισμών[1] τω Θεώ συνεληλύθαμεν ποιήσασθαι, ως αν φαίημεν ψαλμικώτερον· 

«θέρος και έαρ συ έπλασας αυτά, μνήσθητι ταύτης». και γαρ τους ονειδίσαντας Κύριον εχθρούς και την τούτου αγίαν προσκύνησιν εν αγίαις εικόσιν εξατιμώσαντας επαρθέντας τε και υψωθέντας τοις δυσσεβήμασι, κατέρραξεν αυτούς ο τών θαυμασίων Θεός και το τής αποστασίας φρύαγμα κατηδάφισεν, ουδέ παρείδε την φωνήν τών βοώντων προς αυτόν· «μνήσθητι, Κύριε, τού ονειδισμού τών δούλων σου, ού υπέσχον εν τω κόλπω μου πολλών εθνών· ού ωνείδισαν οι εχθροί σου, Κύριε, ού ωνείδισαν το αντάλλαγμα τού χριστού σου»[2]. αντάλλαγμα δ’ αν είεν τού Χριστού οι τω θανάτω αυτού εξαγορασθέντες και πεπιστευκότες αυτώ δια τε λόγων ανακηρύξεως και εικονικής ανατυπώσεως, δι’ ων το μέγα τής οικονομίας έργον τοις λελυτρωμένοις επιγινώσκεται, δια σταυρού τε και τών προ τού σταυρού και μετά τον σταυρόν παθών τε και θαυμάτων αυτού· εξ ων και η τών αυτού παθημάτων μίμησις εις αποστόλους, εκείθέν τε εις μάρτυρας διαβαίνει, και δι’ αυτών μέχρις ομολογητών και ασκητών κάτεισι.


§3 Τούτου τοίνυν τού ονειδισμού, 

«ού ωνείδισαν οι εχθροί Κυρίου, ού ωνείδισαν το αντάλλαγμα τού χριστού αυτού», επιμνησθείς ο Θεός ημών ο τοις ιδίοις σπλάγχνοις παρακαλούμενος και ταις μητρικαίς αυτού δεήσεσιν επικαμπτόμενος, έτι δε και αποστολικαίς και πάντων τών αγίων, οι συνεξυβρίσθησαν αυτώ και συνεξουθενώθησαν εν ταις εικόσιν, ίνα, ως περ συνέπαθον σαρκί, ούτως άρα, ως έοικε, και ταις κατά τών σεπτών εικόνων αυτώ συγκοινωνήσωσιν ύβρεσιν, ενήργησεν ύστερον ό τι βεβούληται σήμερον, και πέπραχε δεύτερον ό περ ετέλεσε πρότερον. πρότερον μεν γαρ, μετά πολυετή τινα χρόνον τής τών αγίων εικόνων εκφαυλίσεως και ατιμίας, επανέστρεψε την ευσέβειαν εις εαυτήν· νυνί δε, ό περ εστί δεύτερον, μικρού μετά τριάκοντα έτη κακώσεως, κατηρτίσατο τοις αναξίοις ημίν την τών δυσχερών απαλλαγήν και τών λυπούντων την απολύτρωσιν και τής ευσεβείας την ανακήρυξιν και τής εικονικής προσκυνήσεως την ασφάλειαν και την πάντα φέρουσαν ημίν τα σωτήρια εορτήν. εν γαρ ταις εικόσιν ορώμεν τα υπέρ ημών τού δεσπότου πάθη, τον σταυρόν, τον τάφον, τον άδην νεκρούμενον και σκυλευόμενον, τών μαρτύρων τους άθλους, τους στεφάνους, αυτήν την σωτηρίαν, ην ο πρώτος ημών αθλοθέτης και αθλοδότης και στεφανίτης «εν μέσω τής γης κατειργάσατο». ταύτην σήμερον την πανήγυριν εορτάζομεν, εν ταύτη ευχαίς και λιτανείαις συνευφραινόμενοί τε και συναγαλλόμενοι, ψαλμοίς εκβοώμεν και άσμασιν.

 

[Έξω, τρίς]

§4 Τις θεός μέγας ως ο Θεός ημών; συ ει ο Θεός ημών ο ποιών θαυμάσια μόνος.

§5 Τους φαυλιστάς γαρ τής σης δόξης εξεμυκτήρισας, τους τολμητάς κατά τής εικόνος και θρασείς, δειλούς και πεφευγότας απέδειξας.

§6 Αλλ’ η μεν εις Θεόν ευχαριστία και το δεσποτικόν κατά τών αντιπάλων τρόπαιον εν τούτοις· τα δε γε κατά τών εικονομαχούντων άθλά τε και παλαίσματα έτερος λόγος και λογογραφία διεξοδικωτέρα δηλώσει. ως εν καταπαύσει δε τινι τη μετά την ερημικήν πάροδον, εις κατάσχεσιν τής νοητής Ιερουσαλήμ καθεστώτες, μωσαϊκή τινι μιμήσει, μάλλον δε θεϊκή διακελεύσει, οία στήλη τινί εκ μεγίστων λίθων συνηρμοσμένη και προς αποδοχήν γραφής διατιθεμένη, ταις τών αδελφών καρδίαις τας τε ευλογίας αι οφείλονται τοις νομοφυλακτούσι και τας αράς δε αις εαυτούς υποβάλλουσιν οι παρανομούντες, δίκαιόν τε και οφειλόμενον δειν ωήθημεν αναγράψαι. δι ό φαμέν τάδε·

§7 Τών την ένσαρκον τού Θεού Λόγου παρουσίαν λόγω, στόματι, καρδία και νοΐ, γραφή τε και εικόσιν ομολογούντων, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§8 Τών ειδότων τής τού Χριστού μιας και τής αυτής υποστάσεως το εν ουσίαις διάφορον και ταύτης [το] κτιστόν τε και άκτιστον, το ορατόν και αόρατον, το παθητόν και απαθές, το περιγραπτόν και απερίγραπτον, και τη μεν θεϊκή ουσία το άκτιστον και τα όμοια προσαρμοζόντων, τη δε ανθρωπίνη φύσει τα τε άλλα και το περιγραπτόν ανομολογούντων και λόγω και εικονίσμασιν, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§9 Τών πιστευόντων και διακηρυκευομένων ήτοι ευαγγελιζομένων τους λόγους επί γραμμάτων, τα πράγματα επί σχημάτων, και εις μίαν εκάτερον[3]συντελείν ωφέλειαν, την τε δια λόγων ανακήρυξιν και την δι’ εικόνων τής αληθείας βεβαίωσιν, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§10 Τών τω λόγω αγιαζόντων τα χείλη, είτα τους ακροατάς δια τού λόγου, ειδότων τε και κηρυσσόντων ως αγιάζεται μεν ομοίως δια τών σεπτών εικόνων τα όμματα τών ορώντων, ανάγεται δε δι’ αυτών ο νους προς θεογνωσίαν, ως περ και δια τών θείων ναών και τών ιερών σκευών και τών άλλων κειμηλίων, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§11 Τών επισταμένων ως η ράβδος και αι πλάκες, η κιβωτός και η λυχνία και η τράπεζα και το θυμιατήριον την παναγίαν προέγραφέ[4] τε και προδιετύπου παρθένον την θεοτόκον Μαρίαν, και ως ταύτα μεν προετύπου ταύτην, ου γέγονε δε εκείνη ταύτα, γέγονε δε κόρη και διαμένει μετά την θεογεννησίαν παρθένος, και δια τούτο μάλλον κόρην αυτήν τοις εικονίσμασι γραφόντων ή τοις τύποις σκιαγραφούντων, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§12 Τών τας προφητικάς οράσεις, ως αυτό το θείον αυτάς εσχημάτιζε και διετύπου, ειδότων και αποδεχομένων και πιστευόντων α περ ο τών προφητών χορός εωρακότες διηγήσαντο, και την[5]τών αποστόλων και εις Πατέρας διήκουσαν έγγραφόν τε και άγραφον παράδοσιν κρατυνόντων, και δια τούτο εικονιζόντων τα άγια και τιμώντων, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§13 Τών συνιέντων Μωσέως λαλούντος· «προσέχετε εαυτοίς ότι τη ημέρα ή ελάλησε Κύριος ο Θεός εν Χωρήβ επί τού όρους, φωνήν ρημάτων υμείς ηκούσατε, ομοίωμα δε ουκ είδετε», και ειδότων αποκριθήναι ορθώς· ει δε είδομέν τι, αληθώς δε είδομεν, ως ο τής βροντής υιος ημάς εδίδαξεν· «ό ην απ’ αρχής, ό ακηκόαμεν, ό εωράκαμεν, ό εθεασάμεθα τοις οφθαλμοίς ημών και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί τού Λόγου τής ζωής, και ταύτα μαρτυρούμεν», και πάλιν ως οι άλλοι τού Λόγου μαθηταί· «και συνεφάγομεν αυτώ και συνεπίομεν», ου προ τού πάθους μόνον, αλλά και μετά το πάθος και την ανάστασιν· τών γουν διαστέλλειν θεόθεν δυναμωθέντων την εν τω νόμω παραγγελίαν και την εν χάριτι διδασκαλίαν, και το εν εκείνω μεν αόρατον, εν ταύτη δε και ορατόν και ψηλαφητόν, και δια τούτο τα οραθέντα τε και ψηλαφηθέντα εικονογραφούντων και προσκυνούντων, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§14 Οι προφήται ως είδον, οι απόστολοι ως εδίδαξαν, η εκκλησία ως παρέλαβεν, οι διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η οικουμένη ως συμπεφρόνηκεν[6], η χάρις ως έλαμψεν, η αλήθεια ως αποδέδεικται, το ψεύδος ως απελήλαται, η σοφία ως επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν· ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν, Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών και τους αυτού αγίους εν λόγοις τιμώντες, εν συγγραφαίς, εν νοήμασιν, εν θυσίαις, εν ναοίς, εν εικονίσμασι, τον μεν ως Θεόν και δεσπότην προσκυνούντες και σέβοντες, τους δε δια τον κοινόν δεσπότην ως αυτού γνησίους θεράποντας τιμώντες και την κατά σχέσιν προσκύνησιν απονέμοντες.

[Έξω]

§15 Αύτη η πίστις τών αποστόλων, αύτη η πίστις τών πατέρων, αύτη η πίστις τών ορθοδόξων, αύτη η πίστις την οικουμένην εστήριξεν.

§16 Επί τούτοις τους τής ευσεβείας κήρυκας αδελφικώς τε και πατροποθήτως, εις δόξαν και τιμήν τής ευσεβείας υπέρ ης ηγωνίσαντο, ανευφημούμεν και λέγομεν·

[Χαμαί]

Γερμανού, Ταρασίου, Νικηφόρου και Μεθοδίου τών ως αληθώς αρχιερέων Θεού και τής ορθοδοξίας προμάχων και διδασκάλων, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§17 Ιγνατίου, Φωτίου, Στεφάνου, Αντωνίου και Νικολάου τών αγιωτάτων και ορθοδόξων πατριαρχών, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§18 Άπαντα τα κατά τών αγίων πατριαρχών Γερμανού, Ταρασίου, Νικηφόρου και Μεθοδίου, Ιγνατίου, Φωτίου, Νικηφόρου, Αντωνίου, και Νικολάου γραφέντα ή λαληθέντα, ανάθεμα (γ΄).

§19 Άπαντα τα παρά την εκκλησιαστικήν παράδοσιν και την διδασκαλίαν και υποτύπωσιν τών αγίων και αοιδίμων πατέρων καινοτομηθέντα ή μετά τούτο πραχθησόμενα, ανάθεμα (γ΄).

§20 Στεφάνου τού οσιομάρτυρος και ομολογητού τού νέου αιωνία η μνήμη (γ΄).

§21 Ευθυμίου, Θεοφίλου και Αιμιλιανού, τών αοιδίμων ομολογητών και αρχιεπισκόπων, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§22 Θεοφυλάκτου, Πέτρου, Μιχαήλ και Ιωσήφ, τών μακαρίων μητροπολιτών, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§23 Ιωάννου, Νικολάου και Γεωργίου, τών τρισολβίων ομολογητών και αρχιεπισκόπων, και πάντων τών ομοφρονησάντων αυτοίς επισκόπων, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§24 Θεοδώρου τού πανοσίου ηγουμένου τού Στουδίτου[7]* αιωνία η μνήμη (γ΄).

§25 Ισαακίου τού θαυματουργού και Ιωαννικίου τού προφητικωτάτου αιωνία η μνήμη (γ΄).

§26 Ιλαρίωνος τού οσιωτάτου αρχιμανδρίτου και ηγουμένου τών Δαλμάτων αιωνία η μνήμη (γ΄).

§27 Συμεών τού οσιωτάτου στυλίτου αιωνία η μνήμη (γ΄).

§28 Θεοφάνους τού οσιωτάτου ηγουμένου τού μεγάλου Αγρού αιωνία η μνήμη (γ΄).

§29 Αύται ως ευλογίαι πατέρων απ’ αυτών εις ημάς τους υιούς ζηλούντας αυτών την ευσέβειαν διαβαίνουσιν· ωσαύτως δε και αι αραί τους πατραλοίας και τών δεσποτικών εντολών υπερόπτας καταλαμβάνουσι· δι ό κοινή πάντες, όσον ευσεβείας πλήρωμα, ούτως αυτοίς την αράν ην αυτοί εαυτούς[8] υπεβάλοντο επιφέρομεν·

§30 Τοις λόγω μεν την ένσαρκον οικονομίαν τού Θεού Λόγου δεχομένοις, οράν δε ταύτην δι’ εικόνων ουκ ανεχομένοις, και δια τούτο ρήματι μεν κατασχηματιζομένοις, πράγματι δε την σωτηρίαν ημών αρνουμένοις, ανάθεμα (α΄).

§31 Τοις τω ρήματι τού απεριγράπτου κακώς προσφυομένοις, και δια τούτο μη βουλομένοις εικονογραφείσθαι τον παραπλησίως ημίν σαρκός και αίματος κεκοινωνηκότα Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών, και εντεύθεν φαντασιασταίς δεικνυμένοις, ανάθεμα (α΄).

§32 Τοις τας μεν προφητικάς οράσεις, καν μη βούλοιντο, παραδεχομένοις, τας δ’ οφθείσας αυτοίς εικονογραφίας –ω θαύμα!– και προ σαρκώσεως τού Λόγου μη καταδεχομένοις, αλλ’ ή αυτήν[9] την άληπτόν τε και αθέατον ουσίαν οφθήναι τοις τεθεαμένοις κενολογούσιν, ή εικόνας μεν ταύτα τής αληθείας και τύπους και σχήματα εμφανισθήναι τοις εωρακόσι συντιθεμένοις, εικονογραφείν δε ενανθρωπήσαντα τον Λόγον και τα υπέρ ημών αυτού πάθη ουκ ανεχομένοις, ανάθεμα (α΄).

§33 Τοις ακούουσι τού Κυρίου ως «ει επιστεύετε Μωϋσή, επιστεύετε αν εμοί» και τα εξής, και το «προφήτην υμίν αναστήσει ο Κύριος ο Θεός ημών ως εμέ» τού Μωσέως λέγοντος, συνιούσιν, είτα λέγουσι δέξασθαι μεν τον προφήτην, ουκ εισάγουσι δε δι’ εικονισμάτων την τού προφήτου χάριν και την παγκόσμιον σωτηρίαν, ως ωράθη, ως συνανεστράφη ανθρώποις, ως πάθη και νόσους ιάσεως μείζονας εθεράπευσεν, ως εσταυρώθη, ως ετάφη, ως ανέστη, ως πάντα [τα] υπέρ ημών έπαθέ τε και εποίησε· τοις ουν ταύτα τα παγκόσμια και σωτήρια έργα εν εικόσιν οράν μη ανεχομένοις μηδέ τιμώσιν αυτά και προσκυνούσιν, ανάθεμα (γ΄).

§34 Τοις επιμένουσι τη εικονομάχω αιρέσει, μάλλον δε τη χριστομάχω αποστασία, και μήτε δια τής μωσαϊκής νομοθεσίας προς την σωτηρίαν αυτών αναχθήναι βουλομένοις μήτε ταις αποστολικαίς διδασκαλίαις εναστραφθήναι[10] την ευσέβειαν προαιρουμένοις μήτε [ταις] πατρικαίς παραινέσεσι και εισηγήσεσι τής πλάνης αυτών επιστραφήναι πειθομένοις μήτε τη συμφωνία τών ανά πάσαν την οικουμένην εκκλησιών τού Θεού δυσωπουμένοις, αλλ’ εφ’ άπαξ εαυτούς τη τών Ιουδαίων και Ελλήνων μερίδι καθυποβαλλομένοις[11]· α γαρ αμέσως εκείνοι εις το πρωτότυπον βλασφημούσι, και ούτοι δια τής αυτού εικόνος εις αυτόν εκείνον τον εικονιζόμενον τολμάν ουκ ερυθριώσι· τοις ουν ανεπιστρόφως τη πλάνη ταύτη κατεχομένοις και προς πάντα λόγον θείον και πνευματικήν διδασκαλίαν τα ώτα βεβυσμένοις, ως ήδη λοιπόν σεσηπόσι και τού κοινού σώματος τής Εκκλησίας αποτεμούσιν εαυτούς, ανάθεμα (γ΄).

§35 Τοις εισάγουσιν επί τής αρρήτου ενσάρκου οικονομίας τού Κυρίου και Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού καινοφωνίας τινάς, και λέγουσιν ή φρονούσι προσκυνείν το ανθρώπινον τού Χριστού τη απροσίτω θεότητι δουλικώς, και την δουλείαν αΐδιον κεκτήσθαι ως ουσιώδη και αναπόβλητον, ανάθεμα (γ΄).

§36 Τοις μη μετά πάσης ευλαβείας χρωμένοις τη κατ' επίνοιαν διαιρέσει προς δήλωσιν μόνον τής ετερότητος τών εν Χριστώ συνδραμουσών αρρήτως δύο φύσεων και εν αυτώ ασυγχύτως και αδιαιρέτως ηνωμένων, αλλά καταχρωμένοις τη τοιαύτη διαιρέσει και λέγουσι «το πρόσλημμα ου τη φύσει μόνον έτερον, άλλα και τη αξία» και ότι «λατρεύει Θεώ και υπηρεσίαν προσφέρει δουλικήν και [τιμήν] την προσήκουσαν απονέμει ως οφειλήν, καθά περ τα λειτουργικά πνεύματα τα τω Θεώ υπηρετούντά τε και λατρεύοντα δουλικώς», και ιδία «το πρόσλημμα αρχιερέα μέγιστον είναι» διδάσκουσι, και ουχί τον Θεόν Λόγον ότι γέγονεν άνθρωπος, ως δια τών τοιούτων τον ένα Χριστόν τον Κύριον ημών και Θεόν διαιρείν τολμώσιν υποστατικώς, ανάθεμα (γ΄).

§37 Τοις λέγουσιν, ότι την εν τω καιρώ τού κοσμοσωτηρίου πάθους τού Κυρίου και Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού προσαχθείσαν υπέρ τής ημών σωτηρίας παρ' αυτού θυσίαν τού τιμίου αυτού σώματός τε και αίματος, ως αρχιερέως, κατά το ανθρώπινον δι' ημάς χρηματίσαντος, ότι περ ο αυτός και Θεός και θύτης και θύμα, κατά τον πολύν εν θεολογία Γρηγόριον, προσήγαγε μεν αυτός τω Θεώ και Πατρί, ου προσεδέξατο δε ως Θεός μετά τού Πατρός, αυτός τε ο μονογενής και το Πνεύμα το άγιον, ως δια τούτων αποξενούσιν αυτόν τε τον Θεόν Λόγον και το ομοούσιον και ομόδοξον τούτου παράκλητον Πνεύμα τής θεοπρεπούς ομοτιμίας τε και αξίας, ανάθεμα (γ΄).

§38 Τοις την καθ' έκαστην προσαγομένην θυσίαν υπό τών παραλαβόντων από Χριστού την τών θείων μυστηρίων ιερουργίαν, μη δεχομένοις τη αγία Τριάδι προσάγεσθαι, ως αντιφθεγγομένοις εντεύθεν τοις ιεροίς και θείοις πατράσι Βασιλείω τε και Χρυσορρήμονι, οις συμφωνούσι και οι λοιποί θεοφόροι πατέρες εν τοις οικείοις λόγοις τε και συγγράμμασιν, ανάθεμα (γ΄).

§39 Τοις ακούουσι μεν τού σωτήρος περί τής παρ' αυτού παραδοθείσης τών θείων μυστηρίων ιερουργίας λέγοντος· «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν», μη εκλαμβανομενοις δε ορθώς την ανάμνησιν, αλλά τολμώσι λέγειν ότι καινίζει φανταστικώς και εικονικώς την επί τού τιμίου σταυρού παρά τού σωτήρος ημών προσαχθείσαν θυσίαν τού ιδίου σώματός τε και αίματος, εις κοινόν τής ανθρωπίνης φύσεως λύτρον τε και εξίλασμα, η καθ' εκάστην προσαγομένη θυσία παρά τών τα θεία ιερουργούντων μυστήρια, καθώς ο σωτήρ ημών και δεσπότης τών όλων παρέδωκε· και δια τούτο άλλην είναι ταύτην παρά την εξ αρχής τω σωτήρι τετελεσμένην εισάγουσι και προς εκείνην φανταστικώς και εικονικώς αναφερομένην, ως κενούσι το τής φρικτής και θείας ιερουργίας μυστήριον, δι' ού τον τής μελλούσης ζωής αρραβώνα λαμβάνομεν, και ταύτα τού θείου πατρός ημών Ιωάννου τού χρυσορρήμονος διατρανούντος τής θυσίας το απαράλλακτον και μίαν και την αυτήν είναι φάσκοντος εν πολλαίς τών τού μεγάλου Παύλου ρητών εξηγήσεσιν, ανάθεμα (γ΄).

§40 Τοις τας χρονικάς διαστάσεις επί τής καταλλαγής τής ανθρωπίνης φύσεως προς την θείαν και μακαρίαν φύσιν τής ζωαρχικής και πανακηράτου Τριάδος επινοούσι και παρεισάγουσι, και πρότερον[12] μεν τω μονογενεί Λόγω νομοθετούσιν εξ αυτής κατηλλάχθαι ημάς τής προσλήψεως, ύστερον δε τω Θεώ και Πατρί κατά το σωτήριον πάθος τού σωτήρος Χριστού, και διαιρούσι τα αδιαίρετα[13], τών θείων και μακαρίων πατέρων δια τού τής οικονομίας μυστηρίου παντός καταλλάξαι ημάς εαυτώ τον μονογενή διδασκόντων, και[14] δι’ εαυτού τε και εν εαυτώ τω Θεώ και Πατρί, ακολούθως δε πάντως και τω παναγίω και ζωοποιώ Πνεύματι, ως καινών και εκφύλων εφευρεταίς, ανάθεμα (γ΄).

§41 Αναστασίω, Κωνσταντίνω και Νικήτα, τοις επί τών Ισαύρων κατάρξασι τών αιρέσεων, ως ανιέροις και οδηγοίς απωλείας, ανάθεμα (γ΄).

§42 Θεοδότω, Αντωνίω και Ιωάννη, τοις αλληλοπροξένοις τών κακών και ετεροδιαδόχοις την δυσσέβειαν, ανάθεμα (γ΄).

§43 Παύλω τω εις Σαύλον αποστρέψαντι και Θεοδώρω τω επικαλουμένω Γάστη και Στεφάνω τω Μολύτη, έτι δε και Θεοδώρω τω Κριθίνω και Λουλουδίω[15] τω Λέοντι, και προς τούτοις, ει τις τοις ειρημένοις όμοιος την δυσσέβειαν, εν οποίω αν είη καταλόγω κλήρου, αξιώματος τινός ή επιτηδεύματος εξεταζόμενος· τούτοις άπασιν επιμένουσιν αυτών τη δυσσεβεία, ανάθεμα (γ΄).

§44 Γεροντίω τω εκ Λάμπης μεν ορμωμένω, εν δε τη Κρήτη τον ιόν τής αυτού μυσαράς αιρέσεως εξεμέσαντι και ηλειμμένον εαυτόν αποκαλέσαντι επ’ ανατροπή –φεύ!– τής σωτηριώδους οικονομίας τού Χριστού συν τοις διεστραμμένοις αυτού δόγμασι και συγγράμμασι και τοις ομόφροσιν αυτώ, ανάθεμα (γ΄).

 

Κατά τού Ιταλού Ιωάννου, κεφάλαια ια΄ (ή ι΄)

α΄

§45 Τοις όλως επιχειρούσιν οίαν δη τινα ζήτησιν και διδαχήν τη αρρήτω ενσάρκω οικονομία τού σωτήρος ημών και Θεού επάγειν και ζητείν οίω τρόπω αυτός ο Θεός Λόγος τω ανθρωπίνω φυράματι ήνωται και την προσληφθείσαν σάρκα κατά τίνα λόγον εθέωσε, και λόγοις διαλεκτικοίς φύσιν και θέσιν επί τής υπέρ φύσιν καινοτομίας τών δύο φύσεων τού Θεού και ανθρώπου λογομαχείν πειρωμένοις, ανάθεμα (γ΄).

 

β΄

§46 Τοις ευσεβείν μεν επαγγελλομένοις, τα τών Ελλήνων δε δυσσεβή δόγματα τη ορθοδόξω και καθολική εκκλησία περί τε ψυχών ανθρωπίνων και ουρανού και γης και τών άλλων κτισμάτων αναιδώς ή μάλλον ασεβώς επεισάγουσιν, ανάθεμα (γ΄).

 

γ΄

§47 Τοις την μωράν τών έξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμώσι και τοις καθηγηταίς αυτών επομένοις και τας τε μετεμψυχώσεις τών ανθρωπίνων ψυχών ή και ομοίως τοις αλόγοις ζώοις ταύτας απόλλυσθαι και εις το μηδέν χωρείν δεχομένοις, και δια τούτων ανάστασιν και κρίσιν και την τελευταίαν τών βεβιωμένων ανταπόδοσιν αθετούσιν, ανάθεμα (γ΄).

 

δ΄

§48 Τοις την ύλην άναρχον και τας ιδέας ή συνάναρχον τω δημιουργώ πάντων και Θεώ δογματίζουσι, και ότι περ ουρανός και γη και τα λοιπά τών κτισμάτων αΐδιά τε εισί και άναρχα και διαμένουσιν αναλλοίωτα, και αντινομοθετούσι τω ειπόντι· «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι», και από γης κενοφωνούσι και την θείαν αράν επί τας εαυτών άγουσι κεφαλάς, ανάθεμα (γ΄).

 

ε΄

§49 Τοις λέγουσιν ότι οι τών Ελλήνων σοφοί και πρώτοι τών αιρεσιαρχών, οι παρά τών επτά αγίων και καθολικών συνόδων και παρά πάντων τών ορθοδοξία λαμψάντων πατέρων αναθέματι καθυποβληθέντες ως αλλότριοι τής καθολικής εκκλησίας, δια την εν λόγοις αυτών κίβδηλον και ρυπαράν[16] περιουσίαν, κρείττονες εισί κατά πολύ και ενταύθα και εν τη μελλούση κρίσει[17] τών ευσεβών μεν και ορθοδόξων ανδρών, άλλως δε κατά πάθος ανθρώπινον ή αγνόημα πλημμελησάντων, ανάθεμα (α΄).

 

στ΄

§50 Τοις μη πίστει καθαρά και απλή και ολοψύχω καρδία τα τού σωτήρος ημών και Θεού και τής αχράντως αυτόν τεκούσης δεσποίνης ημών [και] θεοτόκου και τών λοιπών αγίων εξαίσια θαύματα δεχομένοις, αλλά πειρωμένοις αποδείξεσι και λόγοις σοφιστικοίς ως αδύνατα διαβάλλειν ή κατά το δοκούν αυτοίς παρερμηνεύειν και κατά την ιδίαν γνώμην συνιστάν, ανάθεμα (α΄).

 

ζ΄

§51 Τοις τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις και ως αληθέσι πιστεύουσι, και ούτως αυταίς ως το βέβαιον εχούσαις εγκειμένοις, ώστε και ετέρους ποτέ μεν λάθρα ποτέ δε φανερώς ενάγειν αυταίς και διδάσκειν ανενδοιάστως, ανάθεμα (α΄).

 

η΄

§52 Τοις μετά τών άλλων μυθικών πλασμάτων αφ’ εαυτών και την καθ’ ημάς πλάσιν μεταπλάττουσι και τας πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις και ως αυθυπόστατον την ύλην παρά τών ιδίων μορφούσθαι λέγουσι και προφανώς διαβάλλουσι το αυτεξούσιον τού δημιουργού τού από τού μη όντος εις το είναι παραγαγόντος τα πάντα και ως ποιητού πάσιν αρχήν και τέλος επιτιθέντος εξουσιαστικώς και δεσποτικώς, ανάθεμα (α΄).

 

θ΄

§53 Τοις λέγουσιν ότι εν τη τελευταία και κοινή αναστάσει μεθ’ ετέρων σωμάτων οι άνθρωποι αναστήσονται και κριθήσονται, και ουχί μεθ’ ων κατά τον παρόντα βίον επολιτεύσαντο, άτε τούτων φθειρομένων και απολλυμένων, και ληρούσι κενά και μάταια κατ αυτού τού Χριστού και Θεού ημών και τών μαθητών αυτού, διδασκάλων δε ημετέρων, ούτω διδαξάντων ως μεθ’ ων επολιτεύσαντο άνθρωποι σωμάτων μετά τούτων και κριθήσονται, έτι δε και τού μεγάλου αποστόλου Παύλου, και διαρρήδην εν τω περί αναστάσεως λόγω πλατύτερον δια παραδειγμάτων την αλήθειαν αναδιδάξαντος και τους ετέρως φρονούντας ως άφρονας απελέγξαντος· τοις γουν τοις τοιούτοις αντινομοθετούσι δόγμασι και διδάγμασιν, ανάθεμα (α΄).

 

ι΄

§54 Τοις δεχομένοις και παραδιδούσι τα μάταια και ελληνικά ρήματα· ότι τε προΰπαρξις εστί τών ψυχών και ουκ εκ τού μη όντος τα πάντα εγένετο και παρήχθη[18], και ότι τέλος εστί τής κολάσεως ή αποκατάστασις αύθις τής κτίσεως και τών ανθρωπίνων πραγμάτων, και δια τών τοιούτων λόγων την βασιλείαν τών ουρανών λυομένην πάντως και παράγουσαν εισάγουσιν, ην αιωνίαν και ακατάλυτον αυτός τε ο Χριστός και Θεός ημών εδίδαξε και παρέδοτο, και δια πάσης τής παλαιάς και νέας γραφής ημείς παρελάβομεν, ότι και η κόλασις ατελεύτητος και η βασιλεία αΐδιος, δια δε τών τοιούτων λόγων εαυτούς τε απολλύουσι και ετέροις αιωνίας καταδίκης προξένοις γενομένοις, ανάθεμα (γ΄).

 

ια΄ (ή κατά τού μοναχού Νείλου, κεφάλαιον α΄)

§55 Τοις δογματισθείσι δυσσεβώς παρά τού αμονάχου Νείλου πάσι και τοις κοινωνούσιν αυτοίς, ανάθεμα (γ΄).

 

Τής ιεράς συνόδου τού έτους 1166, κεφάλαια ε΄

α΄

§56 Τοις μη ορθώς τας τών αγίων διδασκάλων τής τού Θεού εκκλησίας θείας φωνάς εκλαμβανομένοις και τα σαφώς και[19] αριδήλως εν αυταίς δια τής τού αγίου Πνεύματος χάριτος ειρημένα παρερμηνεύειν τε και περιστρέφειν πειρωμένοις, ανάθεμα (γ΄).

 

β΄

§57 Τών παραδεχομένων την τού αληθινού Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού φωνήν την «ο Πατήρ μου μείζων μου εστί» λέγεσθαι συν ταις λοιπαίς[20]ερμηνείαις τών αγίων πατέρων και κατά την εν αυτώ ανθρωπότητα, καθ’ ην και πέπονθε, καθώς διαρρήδην εν πολλοίς τών θεοπνεύστων λόγων αυτών οι άγιοι πατέρες ανακηρύττουσιν, έτι δε και λεγόντων τον αυτόν Χριστόν κατά την εαυτού σάρκα παθείν, αιωνία η μνήμη (γ΄).

 

γ΄

§58 Τοις νοούσι και φθεγγομένοις την θέωσιν τού προσλήμματος μετάμειψιν τής ανθρωπίνης φύσεως εις θεότητα και μη φρονούσιν εξ αυτής ενώσεως θείας μεν αξίας και μεγαλειότητος μετασχείν το σώμα τού Κυρίου και προσκυνείσθαι μια προσκυνήσει εν τω προσλαβομένω αυτό Θεώ Λόγω και είναι ομότιμον ομόδοξον ζωοποιόν ισοκλεές τω Θεώ και Πατρί και τω παναγίω Πνεύματι και ομόθρονον, μη μέντοι γε δε γενέσθαι ομοούσιον τω Θεώ, ως εκστήναι τών φυσικών ιδιοτήτων. τού κτιστού τού περιγραπτού και τών λοιπών τών εν τη ανθρωπεία φύσει τού Χριστού θεωρουμένων, μεταμειφθήναι δε εις την [τής] θεότητος ουσίαν, ως εκ τούτου εισάγειν ή φαντασία και ουκ αληθεία γεγονέναι την ενανθρώπησιν τού Κυρίου και τα πάθη ή την τού μονογενούς θεότητα παθείν, ανάθεμα (γ΄).

 

δ΄

§59 Τών λεγόντων ότι «η σαρξ τού Κυρίου εξ αυτής ενώσεως υπερυψωθείσα και ανωτάτω πάσης τιμής υπερκειμένη, ως εξ άκρας ενώσεως ομόθεος γενομένη, αμεταβλήτως αναλλοιώτως ασυγχύτως και ατρέπτως, δια την καθ’ υπόστασιν ένωσιν, και αχώριστος και αδιάσπαστος[21] μένουσα τω προσλαβομένω αυτήν Θεώ Λόγω, ισοκλεώς αυτώ τιμάται[22] και προσκυνείται μια προσκυνήσει και τοις βασιλικοίς και θείοις εγκαθίδρυται θώκοις εκ δεξιών τού Πατρός ως τα τής θεότητος αυχήματα καταπλουτήσασα, σωζομένων τών ιδιοτήτων τών φύσεων, αιωνία η μνήμη (γ΄).

 

ε΄

§60 Τοις αποβαλλομένοις τας τών αγίων πατέρων φωνάς τας επί συστάσει τών ορθών τής τού Θεού εκκλησίας δογμάτων εκφωνηθείσας Αθανασίου, Κυρίλλου, Αμβροσίου, Αμφιλοχίου, τού θεηγόρου Λέοντος πάπα[23] τής πρεσβυτέρας ῾Ρώμης, και τών λοιπών, έτι δε και τα τών οικουμενικών συνόδων πρακτικά, τής τετάρτης τε φημί και τής έκτης, μη κατασπαζομένοις, ανάθεμα (γ΄).

 

Τής ιεράς συνόδου τού έτους 1170, κεφάλαια δ΄

α΄

§61 Τοις μη δεχομένοις την τού αληθινού Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού φωνήν την «ο Πατήρ μου μείζων μου εστί» καθώς τε κατά διαφόρους τρόπους οι άγιοι ταύτην εξηγήσαντο, οι μεν κατά την αυτού θεότητα λέγοντες ταύτην[24] ρηθήναι δια το[25] αίτιον τής εκ τού Πατρός τούτου γεννήσεως[26], οι δε κατά τας φυσικάς ιδιότητας τής προσληφθείσης παρ’ αυτού[27] σαρκός και ενυποστάσης τη αυτού θεότητι, ήγουν το κτιστόν το περιγραπτόν το θνητόν και τα λοιπά φυσικά και αδιάβλητα πάθη, δι’ α περ εαυτού μείζονα τον Πατέρα ο Κύριος είρηκεν, αλλά τότε λέγουσι την τοιαύτην νοείσθαι φωνήν, ότε κατά ψιλήν επίνοιαν νοείται η σαρξ κεχωρισμένη τής θεότητος, ως περ ει μηδέ ηνώθη, και μη εκλαμβανομένοις την τοιαύτην ρήσιν τής κατά ψιλήν επίνοιαν διαιρέσεως καθώς παρά τών αγίων πατέρων ελέχθη τότε, οπηνίκα και δούλη και αγνοούσα[28] λέγεται, ως μη ανεχομένοις[29] την ομόθεον και ομότιμον τού Χριστού σάρκα δια τών τοιούτων φωνών καθυβρίζεσθαι, λέγουσι δε κατά ψιλήν επίνοιαν παραλαμβάνεσθαι και τας φυσικάς ιδιότητας τας ως[30] αληθώς ούσας τής τού Κυρίου σαρκός τής ενυποστάσης τη αυτού θεότητι και αδιαιρέτου μενούσης, και τα αυτά περί τών ανυποστάτων και ψευδών α περ και περί τών ενυποστάτων και αληθών δογματίζουσιν, ανάθεμα (γ΄).

 

β΄

§61 Τω χρηματίσαντι μητροπολίτη Κερκύρας Κωνσταντίνω τω τού[31] Βουλγαρίας, κακώς και ασεβώς δογματίζοντι περί τής τού αληθινού Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού φωνής τής «ο Πατήρ μου μείζων μου εστί» και μη φρονούντι και λέγοντι ότι[32] καθ’ ετέρας μεν ευσεβείς[33] εννοίας εκλαμβάνεται αύτη παρά τών αγίων και θεοφόρων πατέρων, αλλά και κατ’ αυτήν την παρά τού μονογενούς Υιού τού Θεού προσληφθείσαν σάρκα εκ τής αγίας παρθένου και θεοτόκου και τη αυτού ενυποστάσαν θεότητι, ασυγχύτους[34] μετά την αδιαίρετον ένωσιν τας εαυτής ιδιότητας έχουσαν, καθ’ ας τον Πατέρα ο Κύριος μείζονα εαυτού κατωνόμασεν, ο εν μια προσκυνήσει μετά τού οικείου προσλήμματος ως ομοθέου και ομοδόξου[35] αυτώ τε τω Πατρί και τω παναγίω Πνεύματι συμπροσκυνούμενος και συνδοξαζόμενος, διενισταμένω δε μη οφείλειν νοείσθαι την τοιαύτην φωνήν, οπηνίκα νοείται ο Κύριος μία υπόστασις ηνωμένας τας δύο έχουσα φύσεις, αλλ’ οπηνίκα κατά ψιλήν επίνοιαν η σαρξ παραλαμβάνεται κεχωρισμένη τής θεότητος και οία τις εκάστου τών ανθρώπων είναι γνωρίζεται, και ταύτα, τού θεολογικωτάτου Δαμασκηνού τότε την κατά ψιλήν επίνοιαν διαίρεσιν εκδιδάσκοντος, ότε λέγεταί τι περί τής τού Χριστού σαρκός μη παραστατικόν φυσικής τινός ιδιότητος αλλά δηλωτικόν δουλείας ή [36]*6 αγνοίας, και μη ακολουθείν θελήσαντι ταις αγίαις και οικουμενικαίς συνόδοις τη τετάρτη τε και τη έκτη, αι περί τών εν Χριστώ ηνωμένων ασυγχύτως δύο φύσεων ορθώς και ευσεβώς εδογμάτισαν και ορθοδοξείν εδίδαξαν την τού Χριστού εκκλησίαν, και ούτως εις διαφόρους αιρέσεις εξολισθήσαντι, ανάθεμα (γ΄).

 

γ΄

§63 Πάσι τοις ομοφρονούσι τω αυτώ Κωνσταντίνω τω τού[37] Βουλγαρίας και τη αυτού καθαιρέσει παθαινομένοις[38] τε και επιστυγνάζουσιν ου δια το φίλοικτον αλλά δια το τη τούτου δυσσεβεία συνταχθήναι[39], ανάθεμα (γ΄).

 

δ΄

§64 Τω αμαθεστάτω ψευδομονάχω[40] και[41] ματαιομάχω Ιωάννη τω Ειρηνικώ και τοις παρά τούτου συγγραφείσι κατά τής ευσεβείας συγγράμμασι, τοις κατασπαζομένοις τε ταύτα, ως δοξάζουσί τε και λέγουσι μη δια το εν αυτώ τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ σωτήρί τε και Θεώ ενυπόστατόν τε και[42] ηνωμένον τη αυτού θεότητι αδιασπάστως [43] και αδιαιρέτως και ασυγχύτως ανθρώπινον αυτού ειρηκέναι αυτόν ως άνθρωπον τέλειον την εν τοις ιεροίς ευαγγελίοις αυτού φωνήν την «ο Πατήρ μου μείζων μου εστίν», αλλ’ ούτω κατά το ανθρώπινον ρηθήναι ταύτην αυτώ, ως όταν τούτο γεγυμνωμένον και κατά ψιλήν επίνοιαν διηρημένον πάντη τής αυτού θεότητος, ως περ ει μηδέ ηνώθη ταύτη, λαμβάνηται, και ως το κοινόν και ημέτερον, ανάθεμα (γ΄).

 

— · —

 

§65 Τω φρυαξαμένω συνεδρίω κατά τών σεπτών εικόνων, ανάθεμα (γ΄).

§66 Τοις εκλαμβάνουσι τας παρά τής θείας Γραφής ρήσεις κατά τών ειδώλων, εις τας σεπτάς εικόνας Χριστού τού Θεού ημών, και τών αγίων αυτού, ανάθεμα (γ΄).

§67 Τοις κοινωνούσιν εν γνώσει τοις υβρίζουσι και ατιμάζουσι τας σεπτάς εικόνας, ανάθεμα (γ΄).

§68 Τοις λέγουσιν ότι ως θεοίς οι Χριστιανοί ταις εικόσι προσήλθον, ανάθεμα (γ΄).

§69 Τοις λέγουσιν ότι πλην Χριστού τού Θεού ημών, άλλος ημάς ερρύσατο τής τών ειδώλων πλάνης, ανάθεμα (γ΄).

§70 Τοις τολμώσι λέγειν την καθολικήν εκκλησίαν είδωλα ποτέ δεδέχθαι ως όλον το μυστήριον ανατρέπουσι και την χριστιανών ενυβρίζουσι πίστιν, ανάθεμα (γ΄).

§71 Ει τις τής χριστιανοκατηγορικής αιρέσεως όντα τινά ή εν αυτή τον βίον απορρήξαντα διεκδικεί ήτω, ανάθεμα (γ΄).

§72 Ει τις ου προσκυνεί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εν εικόσι[44] περιγραπτόν κατά το ανθρώπινον ήτω, ανάθεμα (γ΄).

§73 Ολοις τοις αιρετικοίς, ανάθεμα (γ΄).

 

Τα κατά τού Βαρλαάμ και Ακινδύνου θ΄ κεφάλαια

α΄

§74 Βαρλαάμ και Ακινδύνω και τοις οπαδοίς και διαδόχοις αυτών, ανάθεμα (γ΄).

 

β΄

§75 Τοις αυτοίς φρονούσι και λέγουσι το λάμψαν από τού Κυρίου επί τής θείας αυτού μεταμορφώσεως φως ποτέ μεν είναι ίνδαλμα και κτίσμα και φάσμα επί βραχύ φανέν και διαλυθέν παραχρήμα, ποτέ δε αυτήν την ουσίαν τού Θεού, ως εις αυτά τα εναντιώτατα φρενοβλαβώς και αδύνατα παντελώς εαυτούς επιρρίπτουσι, και τούτο μεν την Αρείου μαινομένοις μανίαν εις κτιστά και άκτιστα την μίαν θεότητα και τον ένα Θεόν κατατέμνοντος, τούτο δε τη τών Μασσαλιανών δυσσεβεία συμφερομένοις[45] την θείαν ουσίαν ορατήν είναι λεγόντων, μη ομολογούσι δε κατά τας τών αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το τής εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, μήτε κτίσμα είναι το θειότατον εκείνο φως μήτε ουσίαν Θεού, αλλ’ άκτιστον και φυσικήν χάριν και έλλαμψιν και ενέργειαν, εξ αυτής τής θείας ουσίας αχωρίστως αεί προϊούσαν, ανάθεμα (γ΄).

 

γ΄

§76 Έτι τοις αυτοίς φρονούσι και λέγουσι μηδεμίαν ενέργειαν φυσικήν έχειν τον Θεόν, αλλά μόνην ουσίαν είναι, ταυτόν τε και αδιάφορον παντελώς οιομένοις την τε θείαν ουσίαν και την θείαν ενέργειαν και μηδεμίαν νοείσθαι τούτων κατά τι διαφοράν, αλλά την αυτήν ποτέ μεν ουσίαν ποτέ δε ενέργειαν λέγεσθαι, ως και αυτήν ανοήτως την θείαν ουσίαν παντάπασιν αναιρούσι και εις το μη ον άγουσιν· ενεργείας γαρ μόνον το μη ον στερείσθαι φασίν επί λέξεως οι τής εκκλησίας διδάσκαλοι· ήδη δε και τα Σαβελλίου νοσούσι[46] και την παλαιάν εκείνου συναίρεσιν και σύγχυσιν και συναλοιφήν επί τών τριών τής θεότητος υποστάσεων νυν επί τής θείας ουσίας και ενεργείας ανακαινίζειν τολμώσι, και ομοίως δυσσεβώς αυτάς συναλείφουσι· μη ομολογούσι δε κατά τας τών αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το τής εκκλησίας ευσεβές φρόνημα ουσίαν τε επί Θεού και ουσιώδη και φυσικήν τούτου ενέργειαν, ως άλλοι τε πλείστοι τών αγίων, και μάλιστα οι τής αγίας και οικουμενικής έκτης συνόδου τρανώς διεσάφησαν, περί τών δύο ενεργειών τού Χριστού τής τε θείας και ανθρωπίνης και τών δύο θελημάτων, αυτήν άπασαν συγκροτήσαντες, μήτε μην[47]** νοείν βουλομένοις ως περ ένωσιν θείας ουσίας και ενεργείας ασύγχυτον, ούτως είναι και διαφοράν αδιάστατον κατά τε άλλα και μάλιστα το αίτιον και το αιτιατόν και αμέθεκτον και μεθεκτόν, το μεν τής ουσίας, το δε τής ενεργείας. τούτοις ουν τοις τα τοιαύτα δυσσεβούσιν, ανάθεμα (γ΄).

 

δ΄

§77 Έτι τοις αυτοίς φρονούσι και λέγουσι κτιστήν είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν τής τρισυποστάτου θεότητος ως κτιστήν εκ τούτου πάντως και αυτήν την θείαν ουσίαν αναγκαζομένοις δοξάζειν· κτιστή γαρ κατά τους αγίους ενέργεια κτιστήν δηλώσει και φύσιν, άκτιστος δε άκτιστον χαρακτηρίσει ουσίαν· καντεύθεν ήδη κινδυνεύσουσιν εις αθεΐαν παντελή περιπίπτειν και την ελληνικήν μυθολογίαν και την τών κτισμάτων λατρείαν τη καθαρά και αμώμω τών χριστιανών πίστει προστριβομένοις, μη ομολογούσι δε κατά τας τών αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το τής εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, άκτιστον είναι πάσαν φυσικήν δύναμιν και ενέργειαν τής τρισυποστάτου θεότητος, ανάθεμα (γ΄).

 

ε΄

§78 Έτι τοις αυτοίς φρονούσι και λέγουσι σύνθεσιν τινά όλως δια ταύτα γίνεσθαι επί Θεού, μη πειθομένοις δε τη τών αγίων διδασκαλία μηδεμίαν σύνθεσιν από τών φυσικών εν τη φύσει γίνεσθαι διδασκόντων, καντεύθεν ου μόνον ημάς αλλά και τους αγίους άπαντας συκοφαντούσι, διαρρήδην εν πολλοίς πολλάκις αναδιδάσκοντας το τε απλούν επί Θεού και ασύνθετον και την τής θείας ουσίας και ενεργείας διαφοράν, ως κατ’ ουδέν πάντως την διαφοράν ταύτην λυμαινομένην τη θεία απλότητι· ου γαρ αν ούτω προδήλως εαυτοίς εναντία θεολογείν επεχείρουν· τοις ουν τοιαύτα κενολογούσι, μη ομολογούσι δε κατά τας τών αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το τής εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, μετά τής θεοπρεπούς ταύτης διαφοράς και την θείαν απλότητα πάνυ καλώς διασώζεσθαι, ανάθεμα (γ΄).

 

στ΄

§79 Έτι τοις αυτοίς φρονούσι και λέγουσιν επί τής θείας ουσίας μόνης το τής θεότητος όνομα λέγεσθαι, μη ομολογούσι δε κατά τας τών αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το τής εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, και επί τής θείας ενεργείας ουχ ήττον αυτό τίθεσθαι, και ούτω πάλιν μίαν θεότητα πάσι τρόποις πρεσβεύουσι, Πατρός, Υιού, και αγίου Πνεύματος, είτε την ουσίαν αυτών είτε την ενέργειαν, θεότητα είποι τις, ως οι θείοι μυσταγωγοί και τούτο ημάς εκδιδάσκουσιν, ανάθεμα (γ΄).

 

ζ΄

§80 Έτι τοις αυτοίς φρονούσι και λέγουσι μεθεκτήν την θείαν ουσίαν είναι ως την τών Μασσαλιανών δυσσέβειαν εις την καθ’ ημάς εκκλησίαν ήδη παρεισάγειν αναισχυντούσι πάλαι την τοιαύτην δόξαν νενοσηκότων, μη ομολογούσι δε κατά τας τών αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το τής εκκλησίας ευσεβές φρόνημα, άληπτον μεν είναι παντελώς αυτήν και αμέθεκτον, μεθεκτήν δε την θείαν χάριν τε και ενέργειαν, ανάθεμα (γ΄).

 

η΄

§81 Πάσι τοις δυσσεβέσιν αυτών λόγοις τε και συγγράμμασιν, ανάθεμα (γ΄)

 

θ΄

§82 Ισαάκ τω επονομαζομένω Αργυρώ τω δια βίου παντός τα τού Βαρλαάμ και Ακινδύνου νοσήσαντι, καν τω τέλει τής ιδίας ζωής ως και πρότερον πολλάκις παρά τής εκκλησίας Χριστού την επιστροφήν απαιτηθέντι και την μετάνοιαν, επιμείναντι δε τη δυσσεβεία και κακώς την ψυχήν εν τη τής αιρέσεως αυτού ομολογία απορρήξαντι, ανάθεμα (γ΄).

 

— · —

 

§83 Αρείω τω πρώτω θεομάχω και αρχηγώ τών αιρέσεων, ανάθεμα (γ΄).

§84 Πέτρω τω κναφεί και παράφρονι τω λέγοντι «Άγιος αθάνατος, ο σταυρωθείς δι' ημάς», ανάθεμα (γ΄).

§85 Νεστορίω τω θεηλάτω τω παθητήν λέγοντι την αγίαν Τριάδα, και Ουαλεντίνω δυσσεβεί τω παράφρονι, ανάθεμα (γ΄).

§86 Παύλω τω Σαμοσατεί και Θεοδοτίωνι τω τούτου συμμύστη και ομόφρονι, συν άλλω Νεστορίω παράφρονι, ανάθεμα (γ΄).

§87 Πέτρω Δειλαίω τω αιρετικώ, τω και Λυκοπέτρω επονομαζομένω, Ευτυχίω τε και Σαββελίω τοις κακόφροσιν, ανάθεμα (γ΄).

§88 Ιακώβω Αρμενίω τω Ζανζάλω[48]*, Διοσκόρω πατριάρχη Αλεξανδρείας, και Σεβήρω τω δυσσεβεί, άμα Σεργίω, Παύλω, και Πύρρω τοις ομόφροσι, συν Σεργίω μαθητή τού Λυκοπέτρου, ανάθεμα (γ΄).

§89 Όλοις τοις Ευτυχιανισταίς και Μονοθελήταις και Ιακωβίταις και Αρτζιβουρίταις και απλώς πάσιν αιρετικοίς, ανάθεμα (γ΄).

 

Ενταύθα γίνεται τών τεθνεώτων ορθοδόξων βασιλέων η φήμη

§90 Μιχαήλ τού ορθοδόξου ημών βασιλέως και Θεοδώρας τής μακαριωτάτης βασιλίδος, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§91 Ανδρονίκου τού αοιδίμου και μακαρίου βασιλέως ημών τού Παλαιολόγου τού την προτέραν κατά Βαρλαάμ συγκροτήσαντος σύνοδον γενναίως τε τής εκκλησίας Χριστού και τής ιεράς εκείνης συνόδου προστάντος, και πράγμασι και λόγοις και ταις δια στόματος ιδίου θαυμασταίς δημηγορίαις, τα μεν ευαγγελικά και αποστολικά κρατύναντος δόγματα, τον δε προρρηθέντα Βαρλαάμ, αυταίς αιρέσεσι και συγγράμμασι και ταις κατά τής ορθής ημών πίστεως κενοφωνίαις καθελόντος τε και αποκηρύξαντος ως εν τοις ιεροίς τούτοις αγώσι, και τοις υπέρ τής ευσεβείας αριστεύμασι μακαρίως μεταλλάξαντος τον τήδε βίον, και προς την αμείνω και μακαρίαν εκείνην διαβάντος λήξιν, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§92 Γρηγορίου τού αγιωτάτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, τού συνοδικώς επ’ εκκλησίας μεγάλης Βαρλαάμ τε και Ακίνδυνον τους αρχηγούς και εφευρετάς τών καινών αιρέσεων καθελόντος συν τη αυτών πονηρά συμμορία, τους την φυσικήν και αχώριστον ενέργειαν και δύναμιν τού Θεού και απλώς πάντα ομού τα φυσικά τής αγίας Τριάδος ιδιώματα, κτίσματα τετολμηκότας ειπείν· αλλά δη και το τής θεότητος απρόσιτον φως το λάμψαν επί τού όρους από Χριστού, θεότητά τε κτιστήν, και τας πλατωνικάς ιδέας και τους ελληνικούς μύθους εκείνους επεισαγαγείν επιχειρήσαντας αύθις κακώς τη εκκλησία τού[49] Χριστού, τής δε κοινής τού Χριστού εκκλησίας και τών αληθινών και απταίστων περί θεότητος δογμάτων σοφώς και γενναίως άγαν προπολεμήσαντος και συγγράμμασι και λόγοις και διαλέξεσι, και μίαν θεότητα και Θεόν ένα τρισυπόστατον, ενεργή, θελητικόν, παντοδύναμον, άκτιστον δια πάντων κατά τας θείας Γραφάς και δη και τους θεολόγους και εξηγητάς τούτων ανακηρύξαντος, Αθανάσιον φημί και Βασίλειον, Γρηγόριον και Ιωάννην τον χρυσορρήμονα Κύριλλόν τε προς τούτοις και Μάξιμον τον σοφόν και τον εκ Δαμασκού θεορρήμονα, ου μην αλλά και τους λοιπούς πατέρας και διδασκάλους τής Χριστού εκκλησίας, και κοινωνού και συνωδού[50] και συμφώνου και σπουδαστού και συναγωνιστού πάντων τούτων αναφανέντος και λόγοις και πράγμασιν, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§93 Πάντων τών υπέρ τής ορθοδοξίας συναγωνισαμένων[51] τω αοιδίμω και μακαρίω[52] τούτω βασιλεί και δη και [τοις[53]] μετ’ εκείνον και λόγοις και διαλέξεσι συγγράμμασί τε και διδασκαλίαις και παντί [54] λόγω και πράγματι[55] γενναίως τής εκκλησίας προστάντων Χριστού, και τας μεν πονηράς και πολυειδείς αιρέσεις Βαρλαάμ τε και Ακινδύνου και τών ομοφρόνων εκείνοις επ’ εκκλησίας εξελεγξάντων τε και αποκηρυξάντων ομού, τα δε αποστολικά τε και πατρικά τής ευσεβείας δόγματα λαμπρώς ανακηρυξάντων, και δια ταύτα[56] [57] κακώς ακουόντων παρά τών κακοδόξων και συκοφαντουμένων και συνυβριζομένων τοις ιεροίς θεολόγοις και θεοφόροις ημών πατράσι και διδασκάλοις, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§94 Τών ομολογούντων ένα Θεόν τρισυπόστατον, παντοδύναμον, ου μόνον άκτιστον κατά την ουσίαν και τας υποστάσεις αλλά και κατά την ενέργειαν, και λεγόντων «προϊέναι μεν την θείαν ενέργειαν εκ τής θείας ουσίας, προϊέναι δε αδιαιρέτως», δια μεν τού «προϊέναι» την απόρρητον διάκρισιν παριστώντων, δια δε τού «αδιαιρέτως» υπερφυά δεικνύντων την ένωσιν, ως η αγία και οικουμενική έκτη σύνοδος απεφήνατο, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§95 Τών ομολογούντων τον Θεόν, ως περ κατ’ ουσίαν άκτιστον και άναρχον, ούτω δη και κατ’ ενέργειαν, τού ανάρχου δηλαδή [58] κατά χρόνον λαμβανομένου, και[59] κατά μεν την θείαν ουσίαν αμέθεκτον και απερινόητον πάντη τον Θεόν λεγόντων, μεθεκτόν δε αυτόν είναι τοις αξίοις κατά την θείαν και θεοποιόν ενέργειαν, ως οι τής εκκλησίας θεολόγοι φασίν, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§96 Τών ομολογούντων το εκλάμψαν απορρήτως φως επί τού όρους τής τού Κυρίου μεταμορφώσεως φως απρόσιτον είναι και φως άπλετον και φύσιν απερινόητον θείας αίγλης και δόξαν απόρρητον και θεότητος δόξαν υπερτελή και προτέλειον και άχρονον τού Υιού δόξαν και βασιλείαν Θεού και κάλλος αληθινόν και εράσμιον περί την θείαν και μακαρίαν φύσιν και φυσικήν δόξαν Θεού και θεότητα Πατρός και Πνεύματος εν Υιώ μονογενεί απαστράπτουσαν[60], ως οι θείοι και θεοφόροι πατέρες ημών ειρήκασιν, Αθανάσιος και[61] Βασίλειος οι μεγάλοι, Γρηγόριος ο θεολόγος και[62] Ιωάννης ο χρυσόστομος έτι τε και ο εκ Δαμασκού Ιωάννης, και δια ταύτα και άκτιστον δοξαζόντων το θειότατον τούτο φως, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§97 Τών δοξαζόντων το φως τής τού Κυρίου μεταμορφώσεως άκτιστον μεν δια τα προειρημένα, μη μέντοιγε αυτό είναι λεγόντων την υπερούσιον τού Θεού ουσίαν ως εκείνης αοράτου παντάπασι και αμεθέκτου μενούσης· «Θεόν γαρ ουδείς εώρακε πώποτε», δηλαδή καθώς έχει φύσεως, οι θεολόγοι φασί· δόξαν δε μάλλον αυτό λεγόντων φυσικήν τής υπερουσίου ουσίας εξ εκείνης προϊούσαν αδιαιρέτως και επιφαινομένην δια φιλανθρωπίαν Θεού τοις κεκαθαρμένοις τον νουν, μεθ’ ης δόξης ο Κύριος ημών και Θεός ήξει κατά την δευτέραν και φρικτήν αυτού παρουσίαν «κρίναι ζώντας και νεκρούς», ως οι θεολόγοι τής εκκλησίας φασίν, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§98 Μιχαήλ τού ορθοδόξου ημών βασιλέως και Θεοδώρας τής αγίας αυτού μητρός, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§99 Βασιλείου και Κωνσταντίνου, Λέοντος και Αλεξάνδρου, Χριστοφόρου και ῾Ρωμανού, Κωνσταντίνου, ῾Ρωμανού, Νικηφόρου και Ιωάννου, Βασιλείου και Κωνσταντίνου, Ανδρονίκου και ῾Ρωμανού, Μιχαήλ, Νικηφόρου, Ισαακίου, Αλεξίου και Ιωάννου, Μανουήλ τού δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθέντος Ματθαίου μοναχού, Ισαακίου, Αλεξίου και Θεοδώρου, τών την ουράνιον βασιλείαν τής επιγείου ανταλλαξαμένων, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§100 Ιωάννου τού εν ευσεβεί τη μνήμη γενομένου αοιδίμου βασιλέως ημών τού Δούκα, τού δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθέντος πάλιν Θεοδώρου μοναχού, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§101 Μιχαήλ τού εν ευσεβεί τη μνήμη γενομένου αοιδίμου βασιλέως ημών Παλαιολόγου τού νέου, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§102 Ανδρονίκου τού εν ευσεβεί τη μνήμη γενομένου αοιδίμου βασιλέως ημών τού Παλαιολόγου, τού δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθέντος Αντωνίου μοναχού, αιωνία η μνήμη (γ΄).

 §103 Ανδρονίκου τού εν ευσεβεί τη λήξει γενομένου αοιδίμου ευσεβεστάτου και φιλοχρίστου βασιλέως ημών τού Παλαιολόγου, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§104 Ιωάννου τού εν ευσεβεί τη λήξει[63] γενομένου αοιδίμου, ευσεβεστάτου και φιλοχρίστου βασιλέως ημών τού Κατακουζηνού, τού δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθέντος Ιωάσαφ, αιωνία η μνήμη (γ΄).

[Έξω]

§105 Ευδοκίας και Θεοφανούς, Θεοδώρας και Ελένης, Θεοφανούς και Θεοδώρας, Αικατερίνης, Ευδοκίας, Μαρίας, Ειρήνης, και Μαρίας τής δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθείσης Ξένης μοναχής, Ευφροσύνης, Άννης και Ελένης, τών ευσεβεστάτων αυγουστών, αιωνία η μνήμη (γ΄).

[Έξω]

§106 Ειρήνης τής εν ευσεβεί τη μνήμη γενομένης [64] αοιδίμου δεσποίνης ημών, τής δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθείσης Ευγενίας μοναχής, αιωνία η μνήμη (γ΄).

[Έξω]

§107 Θεοδώρας τής εν ευσεβεί τη μνήμη γενομένης αοιδίμου δεσποίνης ημών, τής δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθείσης Ευγενίας μοναχής, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§108 Ειρήνης τής εν ευσεβεί τη μνήμη γενομένης αοιδίμου δεσποίνης ημών, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§109 Μαρίας τής εν ευσεβεί τη μνήμη γενομένης αοιδίμου δεσποίνης ημών, τής δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθείσης Ξένης μοναχής, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§110 Άννης τής εν ευσεβεί τη μνήμη γενομένης αοιδίμου δεσποίνης ημών, τής δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθείσης Αναστασίας μοναχής, τής έργοις και λόγοις όλη τη ψυχή δια βίου αγωνισαμένης υπέρ τε [τής] συστάσεως τών αποστολικών και πατρικών τής εκκλησίας δογμάτων και τής καθαιρέσεως τής πονηράς και αθέου τού Βαρλαάμ και Ακινδύνου αιρέσεως και τών ομοφρόνων εκείνοις, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§111 Ειρήνης τής εν ευσεβεί τη μνήμη γενομένης αοιδίμου δεσποίνης ημών, τής δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθείσης Ευγενίας μοναχής, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§112 Γερμανού, Ταρασίου, Νικηφόρου και Μεθοδίου, τών αοιδίμων και μακαρίων πατριαρχών, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§113 Ιγνατίου, Φωτίου, Στεφάνου [και] Αντωνίου, Νικολάου και Ευθυμίου, Στεφάνου, Τρύφωνος [και] Θεοφυλάκτου, Πολυεύκτου, Αντωνίου, Νικολάου, Σισινίου, Σεργίου, Ευσταθίου, Αλεξίου, Μιχαήλ, Ιωάννου, Κωνσταντίνου, Κοσμά, Ευστρατίου, Νικολάου, Λέοντος, Μιχαήλ, Θεοδότου, Λουκά, Μιχαήλ, Χαρίτωνος, Θεοδότου, Βασιλείου, Νικήτα, Λεοντίου, Δοσιθέου, Μελετίου, Πέτρου, Γεωργίου, Μιχαήλ, Θεοδώρου, Ιωάννου, Μαξίμου, Μανουήλ, Μεθοδίου τού δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθέντος Ακακίου μοναχού, Μανουήλ τού δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθέντος Ματθαίου μοναχού, τών ορθοδόξων πατριαρχών, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§114 Γερμανού τού εν μακαρία τη λήξει γενομένου αοιδίμου πατριάρχου, τού δια τού θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθέντος Γεωργίου μοναχού, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§115 Αρσενίου τού εν μακαρία τη λήξει γενομένου αγιωτάτου και αοιδίμου πατριάρχου, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§116 Ιωσήφ τού εν μακαρία τη λήξει γενομένου αγιωτάτου και αοιδίμου πατριάρχου, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§117 Αθανασίου τού εν μακαρία τη λήξει γενομένου αγιωτάτου και αοιδίμου πατριάρχου, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§118 Γερασίμου τού αγιωτάτου και αοιδίμου πατριάρχου, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§119 Ησαΐου τού αγιωτάτου πατριάρχου, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§120 Ισιδώρου τού εν μακαρία τη λήξει γενομένου αγιωτάτου και αοιδίμου πατριάρχου, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§121 Καλλίστου τού εν μακαρία τη λήξει γενομένου αγιωτάτου και αοιδίμου πατριάρχου, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§122 Φιλοθέου τού εν μακαρία τη λήξει γενομένου αγιωτάτου και αοιδίμου πατριάρχου, τού στερρώς υπέρ τής εκκλησίας [τού] Χριστού και τών ορθών αυτής δογμάτων και λόγοις και πράγμασι και διαλέξεσι και διδασκαλίαις και συγγράμμασιν αγωνισαμένου, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§123 Χριστοφόρου, Θεοδώρου, Αγαπίου και Ιωάννου, Νικολάου, Ηλιού και Θεοδώρου, Βασιλείου, Πέτρου, Θεοδοσίου, Νικηφόρου και Ιωάννου, τών αοιδίμων πατριαρχών Αντιοχείας, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§124 Δαμιανού, Βασιλείου, Κωνσταντίνου, Νικηφόρου, Λέοντος και Σισινίου[65], Βασιλείου και Ιωσήφ, Μιχαήλ και Χριστόφορου, Νικηφόρου, Γεωργίου, Παντολέοντος και Αλεξάνδρου, Κοσμά και Κωνσταντίνου, Θεοφάνους, Πέτρου, Ιωάννου, Νικήτα, Γεωργίου, Νικολάου και Ιωάννου, τών ορθοδόξων μητροπολιτών, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§125 Μιχαήλ, Μητροφάνους, Μελετίου, Ιγνατίου και Μαξίμου, τών αοιδίμων μητροπολιτών Παλαιών Πατρών, αιωνία η μνήμη (γ΄).

§126 Ενταύθα γίνεται η μνήμη[66] τών βασιλέων, πατριαρχών και όλων τών ζώντων.

§127 Η αγία Τριάς αυτούς εδόξασεν.

 

(Κατακλείς)

[Έξω]

 §128 Τούτων τοις υπέρ τής ευσεβείας μέχρι θανάτου άθλοις τε και αγωνίσμασι και διδασκαλίαις παιδαγωγείσθαί τε και κρατύνεσθαι Θεόν εκλιπαρούντες και μιμητάς τής ενθέου αυτών πολιτείας μέχρι τέλους αναδείκνυσθαι εκδυσωπούντες, αξιωθείημεν τών εξαιτουμένων, οικτιρμοίς και χάριτι τού μεγάλου και πρώτου αρχιερέως Χριστού τού αληθινού Θεού ημών, πρεσβείαις τής υπερενδόξου δεσποίνης ημών θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, τών θεοειδών αγγέλων και πάντων αγίων. αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου