ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ¨ΦΕΥΓΟΥΝ¨ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ..

Posted on  
alt




alt


Ό Νήφωνας ήταν λευκός, κατάλευκος, κι ολοένα περισσότερο κυρτωμένος. Οι νύκτες κυλούσαν άχρυπνες κι οί μέρες κουραστικές. Τώρα σκάλιζε λιγώτερους σταυρούς, πού τού θύμιζαν τό Σταυρό τού Κυρίου του.Έτρωχε λιγώτερο παξιμάδι καί τά κουκιά  δέν τάβραζε στή φωτιά, μόνο πού τά μούσκευε, γιά νά ξεφλουδίζουν. Μάζευε τή βροχή μέ τό λούκι σ' ένα πιθάρι καί τό νερό εύώδιαζε σάν άγιασμός.

alt



Τό πρόσωπο τού γέροντα ήταν ήρεμο κι ένιωθε χαρούμενος, όσο ποτέ άλλοτε δέν είχε νιώσει στή ζωή.Τήν Κυριακή σκαρφάλωνε στό βράχο, ν' άνεβεί στά Κατουνάκια νά λειτουρχηθει, νά κοινωνήσει. Τίς άλλες μέρες διάβαζε μόνος του τά χράμματα, όπως πάντα. Έλεγε καί τήν ευχή άσταμάτητα. Τά καράβια περνούσαν άλάργα, μά δέν ήξερε νά φανταστεί τόν κόσμο καί τούς άνθρώπους, μόνο πού έκανε τό σημείο τού σταυρού στά καράβια πού περνούσαν, νάχουν ταξίδι καλό.

alt


Είχε άκόμα κι εκείνο τό χαρτί μέ τούς ζώντες καί τούς τεθνεώτες καρφωμένο κάτω άπό τις εικόνες του.Μόνο πού τώρα δεν μπορούσε νά ξέρει πιά πόσοι άπό τούς άγαπημένους ζούν καί πόσοι έφυγαν. Γι' αύτόν ήτανε όλοι ζωντανοί καί τούς μνημόνευε πάντα  στούς ζώντες.Ακόμα καί τόν πατέρα του πού τόν είδε τυλιγμένο στην κουβέρτα, ακόμα καί τόν γέροντα, πού τόν έθαψε μέ τά χέρια του. 

alt

Ό Νήφωνας ¨έφυγε¨ τη Λαμπρή.Είχε ανεβεί στά Κατουνάκια νά λειτουργηθεί. Έστησε τη λαμπάδα του άναμμένη στό στασίδι, προχώρησε στό άγιο βήμα καί κοινώνησε. Ύστερα γύρισε στό στασίδι, σταύρωσε τά χέρια..κι ¨έγειρε τό κεφάλι¨ Μερικοί είπαν πώς τόν είδαν να χαμογελάει.Ή λαμπάδα έκαιγε δίπλα του.Οί μοναχοί τόν σήκωσαν, τόν ¨έρραψαν¨ στό ράσο του καί τόν κατέβασαν στά Καρούλια.

alt

Λίγα μέτρα άπό τό κελλί του, σ' ένα μικρό κοίλωμα τού βράχου, έσκαψαν καί τόν άπόθεσαν ¨ν άναπαυτει¨.

alt

Τόν έβαλαν έτσι σά να  κοιτάζει τό πέλαγο.Στό βράχο είχαν φυτρώσει άγριολούλουδα. Βρήκαν μέσα στό κελλί του καί τό σταυρό έτοιμο. 
Τόν είχε φτιάξει ό ίδιος. «Νήφων μοναχός» έγραφε.

alt

Όμως αύτό πού έχει σημασία είναι, ότι είχε χαράξει μόνος του τ' όνομά του στά δίπτυχα των ζώντων.

alt
Άπό τό βιβλίο «Ό Πόνος» τής Γεωργίας Κουνάβη